Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

The prize (Η πρίζα)

Κολλημένος στο αεροδρόμιο του Μιλάνου για 11 ώρες. Έχασα την πτήση. Έβλεπα το Scarface στο iPOD και την ώρα που ο πάκης συνοδός εδάφους –ένα μισερό νανάκι με φοβισμένη μαυρογκαγκανιασμένη μάπα και στολή που έπλεε πάνω του- μάζευε την αγέλη, ο Τόνυ ήταν με τον Όμαρ στη Βολιβία. Τη γουστάρω τη γνωριμία του Τόνυ με τον Σόσα. All I have in this world is my balls and my word – and I break’em for no one. Η σκηνή ήταν πιο καυλωτική από το ταξίδι στο Ντίσελντορφ. Έτσι σάλπαρε το πλοίο. Κι εγώ έμεινα πίσω να ταίζω τα γλαρόνια.

Η Malpensa είναι ένα δυσλειτουργικό μαγαζί. Το κρεβάτι του φακίρη. Μια κολυμπήθρα που πνίγει μωρά. Οι χέστρες καθαρίζονται ατέλειωτα κι όλο λεπρωσικές είναι. Τα φαγάδικα είναι ακριβά και πουλάνε σκατά. Θέλεις ίντερνετ και σου λένε έχουμε δυόμιση τετραγωνικά wifi κι αυτό θέλει πληρωμή με πιστωτική. Και είναι γαμημένα πηγμένο αεροδρόμιο. Και 25 Φλεβάρη 4 το ξημέρωμα να πας, πέφτεις στην τελευταία σκηνή του Day of the dead του Romero. Βρωμερά πάκια που λεχριτίζουν τις αίθουσες με το λάδι που βγάζουν οι πόροι τους, αράπηδες που κακοφωνούν, γυφτοιταλοί από το Σαλέρνο με ζώνες D&G και ρόζ κινητά, krauts που μιλάνε με γεμάτο στόμα, κανας μαλάκας χαμένος γρεκός που χαιρεκακεί μιλώντας δυνατότερα από τους ντόπιους. Ασχήμια, βρώμα, θόρυβος.

Και δεν έχει μια πρίζα για να φορτίζεις τα χαι-τεκ τσουμπλέκια σου.

Κάθομαι σε μια καρέκλα οδοντογιατρού να διαβάσω. Χάλι. Δε βλέπω τίποτα. Άυπνη νύχτα χτες και η αυπνία με στραβώνει. Τη σιχαίνομαι την ξεφτύλα του κορμιού που φέρνουν τα χρόνια. Κάποτε έβλεπα. Κάποτε μπορούσα να ονοματίσω το Playboy bunny στην αφίσα του τοίχου του γείτονα. Κάποτε έβλεπα τους γυαλάκηδες σαν βακτριανές γκαμήλες που σέρνουν δυο καμπούρες.

Έχω να διώξω από πάνω μου 11 ώρες. Θα δω καμιά τανία στο iPOD, θα σαβουριάσω ότι στέρεη σαχλαμάρα πουλάνε οι μούρτζουφλοι απατεώνες με τα γελοία καπέλα και την κονκάρδα στο πέτο (στ’αρχίδια μου τ’όνομά σου, ταμία των McDonalds), θα ρίξω λίγο daydreaming, θα παλέψω να διαβάσω όταν ανοίξουν τα μάτια μου. Ή θα δω ταινίες στο iPOD και τέλος. Δεν έχω κουράγιο για κάτι άλλο. Αρκεί να ταίσω το μηχάνημα.

Βρήκα τη μοναδική πρίζα που στέκει σαν Edelweiss, σαν το κορίτσι του δράκου, σαν Holy Grail, σα μουνί-λουλούδι πλάι σ’ενα καναπέ. Κάθεται ένα ζευγάρι Ισπανών δίπλα της και την αγνοούν. Το κινητό μου έχει στεγνώσει, το iPOD το ίδιο, το PC μου διψάει. Φρικτή μιζέρια το περίμενε στη Malpensa αλλά δώστε μου τουλάχιστον ηλεκτρικό. Κάθομαι δίπλα τους και τους κεντράρω. Φέρμα. Η δύναμη της θέλησης του άυπνου μαλάκα. Φύγετε. Φύγετε. Πρίζα. Φύγετε.

Η πρίζα είναι δική μου.Επιτέλους. Δική μου. Παίζω εναλλάξ τα μηχανήματα όπως ο φλώρος ο Clayderman έπαιζε τις γριές στα ζιγκολάδικα που έκανε καριέρα. iPOD-PC-cellphone 1- cellphone 2. Φύγαμε σε άλλους συνδυασμούς. PC-iPOD-PC-iPOD. Φορτίζει το ένα, αδειάζει το άλλο, στα πελέ μου, η πρίζα να είναι καλά. Η μόνη πρίζα της Malpensa, η πρίζα έπαθλο, η πρίζα-μουνί, η πρίζα πηγή, η πρίζα του Άσιμου. Η πρίζα μου για όσο θέλω.

Σηκώνω τα μάτια από το PC. Τριγύρω γεράκια. Τύποι με PC και MAC που καλοβλέπουν την πρίζα. Μου. Την πρίζα μου. Ένας με κοιτάει σαν τσακάλι, ύπουλα και επικίνδυνα. ¨Αλλος σαν ύαινα, κλαψιάρικα και δουλικά. Ένας τρίτος το παίζει αδιάφορος. Και καλά ψάχνει τα φαγητά. Αρχίδια φίλε. Κρατάς τσάντα με PC. Την πρίζα θέλεις.

Aκροβολισμένοι τώρα 5-6 τύποι. Γύπες που μυρίζουν σφάγιο. Θέλω να κατουρήσω. 3 διπλοί εσπρέσσο και ένα λίτρο νερό απειλούν τη φούσκα μου. Δεν τολμώ. Είναι dog eat dog εδώ φίλε. Άγχος. Παραδίπλα μου μια σκελετωμένη σκατόγρια που ρουθουνίζει βαριά και παίζει το κεφάλι της νευρικά. Σηκώνεται, κάθεται, σηκώνεται. Γιατί αγχώνεσαι μωρή ψόφια? Γιατί τέτοια τσίτα ρε πτώμα? Γιατί παίζεις με τα νεύρα του άυπνου γαμημένη καρόνια?

Ο ένας sniper κάνει μια κίνηση προς τα μένα. Body language που κράζει «σήκωσε τον κώλο σου για ένα νανοσεκόντ από τον καναπέ και πέταξε η πρίζα παίχτη». Κρατάει ένα μαύρο MAC, έχει μάγουλα, μάτια ληθαργικά και φυσική ουρίτσα στο μαλλί στο σβέρκο. Γύρω στα 25. Ακόμα με baby fat. Δεν έχει κάνει μισή ώρα γυμναστική στη ζωή του. Δε θα τσεκάρεις Tweeter σήμερα μπούλη.

Δεύτερος sniper έχει κάτσει άβολα με το μισό κωλομέρι σε μια πλαστική καρέκλα των MacDonalds και κάνει ότι κοιτάει το χώρο ενώ με κεντράρει με το αριστερό του μάτι. Γερμανόφατσα. Έκφυλος ξανθός. Ψηλός, κρεμανταλάς. Τζην σακουλιάρικο και λευκά trainers άμαρκα. Η φούσκα έχει διογκωθεί και μου είναι δύσκολο να συγκεντρωθώ στο Q&A του Lumet που παίζει στο iPOD.

Με την άκρη του ματιού μου βλέπω κινήσεις γατήσιες. Σκιές. Trench warfare. Με χωρίζει ένα στενό no mans land από τους απέναντι. Πρέπει να κατουρήσω. Ανακούφιση. Πρίζα. Πρίζα. Πρίζα. Α γαμήσου.

Στην επιστροφή, την πρίζα την είχε βγάλει γκόμενα ο κεφτές με την ουρίτσα. Ρουφιάνα. Λίγο γυρνάω την πλάτη και μου φοράς κέρατο.

Να δεις που θα χάσω και τούτη την πτήση. Πιο καυλωτικό να γράφω τούτο το κείμενο παρά να πάω Ντίσελντορφ.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Γυναίκες από πάνω (η διάτα της κυράς)

Επόμενη στάση στο τάγμα ανεπιθυμήτων της Σ.Ν., αρχικελεύστριας του πολεμικού ναυτικού της Νοτίου Αφρικής στο peak του apartheid.

Η Σ.Ν ηγείτο της εταιρίας σα δεσμοφύλακας πτέρυγας θανατοποινητών. Φιγούρα του Jacovitti, γριά, ατημέλητη, βάναυσα άσχημη με όσες ρυτίδες αυλάκια θα μπορούσε να αντέξει ένα γυναικείο πρόσωπο μετά τα 60, χωρίς να δίνει έστω μια ανάσα, έστω μια πήχη στη ματαιοδοξία του make up.
Ήταν έξυπνη και προσηλωμένη, χωρίς πολύ ταλέντο και με λίγη ζωή μέσα της αλλά με κάμποσο νέφτι για να πεθάνει μαχόμενη, για να πάει το τρένο ως το τέλος της γραμμής, για να δώσει μυτερή κλωτσιά στα πισινά του κάθε απειλητικού.

Η Σ.Ν. ήταν planner. Σαν τέτοια σεβόταν τα μυαλά αλλά δεν ήξερε να τα γκαζώσει, να τους δώσει χώρο. Ο φόβος του χρόνου την έκανε δεσποτική λάμια που ρούφαγε τον αέρα από κάθε δωμάτιο και τον αντικαθιστούσε από κάρβουνο, πτωμαίνη, ομίχλη. Έβλεπε το ταλέντο στους άλλους αλλά το πρώτο της ένστικτο ήταν να το πνίξει. Έσκαγε ένα μισό χαμόγελο όταν αντίκρυζε κάποιον χαρισματικό και την επόμενη στιγμή έχτιζε φράγματα γύρω του και του φόραγε γκέμια.

Πάλευε να κουκουλώσει τα γεροντάματά της με ψευτοκούλ κάλπικες παπαριές. Κάπνιζε βιολογικά τσιγάρα Pepe, χρησιμοποιούσε όλες τις Macλακίες, από iPhone μέχρι iPad, iMac, iShit, iCock, μέχρι και το στρινγκ του πούσταρου Τζόμπς αν έβγαινε στην αγορά θα το φόραγε στο γεροντόκωλό της, περπατούσε καμπουριαστή σαν τον Michael Madsen γιατί της είχε μπει η ιδέα ότι το φθαρμένο της κορμί κρυβόταν από την καμπούρα.
Φόραγε μιλιτέρ παντελόνια, σακουλέ φανέλες και ταγαρέ παπούτσια και έτρωγε το μουνί. Ή ήθελε να το τρώει. Δε με προβληματίζει αυτό. Γουστάρω τα θηλυκά που τρώνε μουνί, αλλά δε θέλω να το αγγίζουν οι τερατόμορφες κατουρολεκάνες σαν την Σ.Ν.

Αβαντάριζε τους μέτριους, τους είχε γύρω της, αυλή ουτιδανών. Κάτι γερμανάκια που χόρευαν πόλκα σε μικρά βήματα αλλά μπέρδευαν μπούτια όταν η ορχήστρα έπιανε τη free jazz. Τα μέτρια αγοροκοριτσάκια χωρίς φωνή τα γούσταρε σαν ταπετσαρία. Δύσχορδες φωνές δεν είχαν θέση στο τοπίο.

Απέναντι σε αυτόν που δεν κολάκευε, που δε συμφωνούσε, που έβγαινε από τα σύνορα της δουλειάς, h Σ.Ν. γινόταν ένα μάτσο νεύρα. Η τσίγκινη μούρη τσαλακωνόταν και από κυρά-πυργοδέσποινα γινόταν μαμή-πιατοπλύστρα με αλήτικη πρίμα τσιρίδα. Τότε γινόταν βίαιη και κακότροπη λαρυγγίζοντας με τη διαθλασμένη νοτιοαφρικάνικη προφορά της σα δίσκος 33' που ρετάρει στα χέρια ενός μπόμπιρα που προσπαθεί να τον παίξει ανάποδα. Μέσα σε μανιακές καρτουνίστικες χειρονομίες γκάριζε για ταξί που αργούν, για δουλειά που δεν προχωράει, για καφέ που κρύωσε, για συνεργάτες που δε βοηθούν, για τη μακέτα που έχει λάθη, για το τηλεφώνημα που δεν βγάζει γραμμή και φταίει γι'αυτό ένας φτωχός executive.
Σε όσους την κόντραραν η Σ.Ν. γινόταν τουφέκι. Μετά την αρχική έκρηξη προσπαθούσε να βάλει στη θέση του τον απέναντι δείχνοντας βαθμό, μοστράροντας τα λοχιόσημα. Τελείωνε κάθε συνάντηση που δεν της πήγαινε στα γούστα με ένα "το αφεντικό είμαι ΕΓΩ."

Απέναντι στον πελάτη γινόταν γιουσουφάκι, παλεύοντας να δείξει στοχαστική και βαθιά όταν έδειχνε υποτακτική και ευάλωτη. Σκιά στο μονοπάτι του πελάτη και μονοφτέρουγο πουλί που κι αν ήθελε να πετάξει ποτέ τέλειωσε τα όνειρά του με το πρώτο βούτηγμα στη λάσπη. Απέναντι στο πουγγί του πελάτη ήταν θλιβερή. Έμπαινε πειθήνια στο ρόλο της και τότε γινόταν βάρβαρη απέναντι στους υποτακτικούς της, από φόβο μην ξεχάσουν πόσο κοφτερά είναι τα δόντια της.

Από την πρώτη μου μέρα στο σαράι της, η Σ.Ν είχε πρόβλημα να με ζυγίσει. Δοκίμασε συμπεριφορές μαζί μου και απέτυχε με όλες. Δε με κουλάντρισε, δε με πλησίασε, δεν πήρε κάτι από μένα, δε μου έδωσε. Δεν με είδε σαν αμαρτωλό, σαν κολασμένο, σαν οδοιπόρο, σαν προσκυνητή, σαν κάποιο που μπορεί να μοιραστεί μια πορεία. Δε με είδε σαν ανίκανο, σα δειλό, σα σερίφη, σαν ψευτόμαγκα, σαν ρόλο, σαν τι.
Δε με είδε. Καν.

Όσο μου ρούφαγε τον αέρα τόσο την κομμάτιαζα με τα μάτια μου. Τόσο οι τόνοι μου έβγαιναν ειρωνικοί, τόσο της ξεκαθάριζα ότι δεν την υποφέρω. Γρήγορα η εταιρία στέρεψε από αέρα, για όλους. Κι έφυγα.
Με βαθιές ανάσες στην έξοδο και γοργό βήμα για την επόμενη στάση.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Flipping the coin



Τούτην την καμπάνια τη γουστάρω γιατί είναι παιδί του planner.
Η ιδέα είναι απλή, ξεκάθαρη, στακάτη. Ένα brand που μιλούσε τόσα χρόνια για το πόσο "μικρούς χώρους" χρειάζεται το αυτοκινητάκι, τώρα ανανεώνεται μιλώντας για το αντίθετο. Οι μικροί χώροι γίνονται αφύσικα μεγάλοι όταν τους βλέπεις μέσα από το Smart.
Το ίδιο μήνυμα, άλλο στυλ στο σερβίρισμα.
Και το art direction του Gustavo είναι crisp, minimal, οικονομικό και κατευθείαν στο μάτι του βοδιού. Ομορφιές.

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Γυναίκες από πάνω (Το υγρό όνειρο του Προκρούστη)

Η επόμενη εμπειρία ήταν με τον Σ.Π.
Είχα χαρεί που δεν θα έβρισκα γυναίκα από πάνω μου, αλλά άντρα. Έλεγα μήπως γύριζε η πουτάνα η τύχη, μήπως τα βρίσκαμε με τον τύπο, παρόλο που η φιλενάδα η Κ. και ο φίλος ο Τ. μου τον περιέγραφαν σαν ασπόνδυλο κάλπη. Αλλά μετά από τόσες πίκρες με τα φουστάνια να με καπακώνουν στη δουλειά, ο σπανός Σ.Π. με τις κρυφοπουστίζουσες καουμπόικες μπότες, το ακριβό δερμάτινο μπουφάν, τα ψιλομακριά μαλλιά, το πορσικό και τις κλισέ φρασούλες, ήταν μια προοπτική που καλοδέχτηκα.

Η ιστορία του Σ.Π. στη διαφήμιση ήταν γκρίζα. Κάποτε κειμενογράφος της κακομοιριάς και της αχαμνής μετριότητας, αλλά χαμογελαστός δημοσιοσχεσίτης και χειροκροτητής με κάλους στις παλάμες, ο Σ.Π. δεν κατάφερε να υπογράψει καμιά δουλειά της προκοπής, κατάφερε όμως κάτι άλλο, που μέσα από τα σύνορα της χώρας των Ants μετράει βαρύτερα και σηκώνει και βλέμματα θαυμασμού. Ο Σ.Π. βρέθηκε στα ώριμα -άντα του, αντί για τον κεάδα των φελών, στο τιμόνι μιας διαφημιστικής που είχε γράψει ήδη κάποια αστραφτερά χιλιόμετρα κάτω από την καθοδήγηση του τοπικού μύθου Θ.Π. Αφότου πήρε την γυαλιστερή εταιριούλα στα χέρια του, ο Σ.Π. έκανε τα πάντα για να βάλει τη σφραγίδα του: συγκέντρωσε τα πάντα στην αγκαλιά του, από το δημιουργικό και τη στρατηγική μέχρι το client service και τα human resources, έγινε άνθρωπος-ορχήστρα και φρόντισε να τα απογυμνώσει όλα από κάθε ίνα ελευθερίας, δημιουργικότητας και λογικής και να τα εμποτίσει –μέχρι το μεδούλι- με δουλικότητα, ανασφάλεια και τυχαιότητα. Γρήγορα η εταιριούλα άλλαξε από φαεθωνικό άρμα του Θ.Π. σε αραμπά, σε γκαζοζέν, σε άλλη μια κωλοφιλούσα διαφημιστική κουστωδία δημοσίων υπαλλήλων με επισφαλή θέση.

Βλέποντας ότι ξέρω για την πορεία-βουτιά της εταιρίας, ο Σ.Π. στις συναντήσεις μας έκανε τα πάντα για να στρώσει μπροστά μου τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Μου μίλησε για λάθη που έγιναν και οδήγησαν σε τέλος εποχής, μου μίλησε για οράματα, για νεωτερισμούς, για όνειρα, για αλλαγές, για δημιουργία, για στρατηγική, μου μίλησε για μεγάλες μεταγραφές δημιουργικών, μου μίλησε για τον ηγετικό μου ρόλο στη νέα εταιρία, μου πάτησε όλα τα σωστά κουμπιά, με καύλωσε και μ’έκανε πύραυλο. Δεν έβλεπα την ώρα να μπω στο σκάφος και να γυρίσουμε τον κόσμο ανάποδα, με Σ.Π. καπετάνιο, με μένα δεύτερο πλοηγό και με τις μεγάλες μεταγραφές πλήρωμα.

Από τις πρώτες μέρες το χαμόγελό μου έγινε κατάρα και η καύλα γύρισε σε κουτουλιά στον τοίχο για το πόσο μαλάκας, για το πόσο θύμα πιάστηκα. Ξανά.
Ο παρακμιακός Σ.Π. είχε κοπιάρει την παλαιοκομματική μπαρούφα της Δημιουργικής Αλλαγής και την είχε στήσει σαν ημιδιάφανο μπερντέ για να κρύψει τη σεπτική μπόχα της εταιρίας που είχε καταντήσει όχημα της μίζερης ψυχούλας του, των νανοειδών επιδιώξεών του, του απέραντου φόβου που τον έτρωγε καθημερινά και που του είχε στερήσει τ’αρχίδια από καιρό.

Στις εσωτερικές συναντήσεις, ο Σ.Π. τα έκανε όλα: στρατηγιστής και planner χωρίς να είναι ικανός να βάλει σε λογική σειρά δέκα κομμάτια ενός παιδικού πάζλ, δημιουργικός διευθυντής έχοντας την αισθητική του Στηβ Ντούζου και το δημιουργικό ταλέντο Καρδιτσιώτη αγροφύλακα, κειμενογράφος, με χειρισμό γλώσσας κοντά στα όρια της ιλετρέ ιδιοτίας και art director με ιδέες που θα ταίριαζαν στην αισθητική Ελληνικής βιντεοταινίας της σοδειάς του Γλυκειά μου Κούτση απ’το Χαλκούτσι. Οι συναντήσεις αυτές ήταν αληθινά βασανιστήρια, στα οποία βασίλευε η αμηχανία, ο φόβος και η έλλειψη παραγωγικότητας. Η δουλειά γινόταν πάντα χωρίς brief από τον πελάτη, αφού ο Σ.Π. επέμενε να μην κουράζει τα πελατάκια του και να δουλεύει proactively, χωρίς την παραμικρή ιδέα για το brand, το project, το γιατί, το πως, το που, το πότε. Απλά ξεκινούσε με συναγερμούς και απειλές, συνέχιζε με το να μας κοιτάει με την αγωνία του λαγού που ξέρει ότι βρέθηκε πρωταγωνιστής σε ιστορία που τελειώνει με τον ίδιο να ποζάρει σαν κυρίως πιάτο και κατέληγε με ψευτοπατερναλιστικές ειρωνίες του στυλ «δεν αγαπάτε τη δουλειά», «δεν πονάτε την εταιρία», «δε βοηθάτε σε τούτους τους δύσκολους καιρούς».
Αυτές οι συναντήσεις ήταν ατελείωτες. Στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν σιωπηλές. Silently brewing. Χα. Απλά κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, παλεύοντας να αποφύγουμε το βλέμμα του Σ.Π.

Στις παρουσιάσεις σε πελάτες ο Σ.Π. ήταν ένας ηγέτης-κολοσσός. Δεν πίστευε ποτέ στη δουλειά –που πάντως ήταν δικό του παιδί, αφού αν δεν είχε τη δική του σφραγίδα, απλά πέθαινε στα σπάργανα- και διέκοπτε τις παρουσιάσεις πάντα για να φιλήσει λιγουλάκι κώλο πελάτη. Η πρώτη του διακοπή, όχι παραπάνω από πέντε λεπτά από το ξεκίνημα της παρουσίασης, έθαβε πάντα τις ελπίδες μας για κάτι καλό. Με χατζατζαρικές επικύψεις διέκοπτε την παρουσίαση παρακαλώντας τον πελάτη για έλεος, πριν καν παρουσιαστεί η πρώτη από τις δημιουργικές προτάσεις. Η επωδός του ήταν «αν δε σας αρέσει αυτό που θα δείτε, θα χαρούμε πολύ να δουλέψουμε ξανά και να σας παρουσιάσουμε νέες προτάσεις ΑΥΡΙΟ κιόλας». Καμιά φορά συνόδευε το γερολαδιλίκι του και με κάτι έξτρα λιγδερό του στυλ «δεν είναι και κάτι ιδιαίτερο η δουλειά που σας φέραμε, για να πω την αλήθεια, αλλά ως αύριο είμαι σίγουρος πως θα βρούμε κάτι καλύτερο.» Αν θυμηθώ πόσες φορές μας έστειλαν να ξαναδουλέψουμε για την επόμενη μέρα χωρίς λόγο εξαιτίας της τακτικής του δούλου θα μου φάνε τα οξέα το στομάχι.

Μέσα σε τούτη την αποφορά, ο Σ.Π. είχε ανακατέψει κι άλλα τυπάκια που είχαν αγοράσει το ίδιο όνειρο με μένα. Παιδιά με ευαισθησίες, ταλέντο και όνειρα, σαν τον Μ.Σ., που είχε έρθει από τη Γαλλία βλέποντας την εταιριούλα σαν ιδανικό εφαλτήριο για κατορθώματα, κερδισμένες μάχες, χαμόγελα και καταξίωση. Τα παιδιά αυτά κάνουν καθημερινά την ίδια αποξεστική διαδρομή, σπρώχνωντας την ίδια κοτρώνα στον ίδιο ανήφορο, απλά γιατί δε βρήκαν τη δύναμη να φύγουν ή γιατί δεν ένιωσαν την απελπισία όσο απειλητική την ένιωσα εγώ.
Τις μέρες αυτές, ο Σ.Π. στέκεται άδειο κουφάρι στο αχανές γραφείο του, ανασαίνοντας την πτωμαίνη της εταιρίας του. Τη μπόχα των παιδιών που ο ίδιος έχει καταδικάσει σε μόνιμη ημιθάνεια. Από τον Σ.Π. έφυγα τρέχοντας, τόσο γρήγορα όσο δεν έχω φύγει ποτέ.

Γυναίκες από πάνω. Κι ένας καστράτος σαλτιμπάγγος. Για λίγο.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Χαμένα όνειρα στη χώρα των Ants

Στη Sycophant, ψευτοδημιουργική εταιρία του διαφημιστικού limbo της χώρας των Ants, το ταλέντο και η ευφυία αντιμετωπίζονται με υποψία από την MD (Mad Dyke) Α.Κ.

Η ηγέτιδα της Sycophant θέλει να πιάνει στον ιστό της καθημερινής ανάγκης τα ταλαντούχα μυγάκια της πρωτεύουσας των Ants. Εκμεταλευόμενη τα δόκανα που έχουν ήδη στήσει αυτοί για τους εαυτούς τους (γάμος, παιδιά, δάνεια), η Α.Κ. τους κουτσοπληρώνει και τους συμπεριφέρεται σα σαπρόφυτα, σε ένα μόνιμο μαρασμό κάτω από τη νευρωσική και φασίζουσα διακυβέρνησή της.

Όταν ήταν να διαβώ το κατώφλι της Sycophant, η Α. Κ. μου είπε ότι με θέλει για να μπολιάσει τη λιμνάζουσα εταιρία με φρέσκο αίμα. Μου κλάφτηκε ότι κάποια στελέχη που είναι στην εταιρία πολλά χρόνια δεν προσφέρουν τίποτα και απλά τους κρατάει γιατί δεν της πάει η γενναιόδωρη καρδούλα της να απολύσει οικογενειάρχες που προσφέρουν έστω τα βασικά. Σαν παράδειγμα μου έφερε τον Τ.Π., Account Director που ήταν στη Sycophant από τα σπάργανα της φτωχοεταιρίας. Για τον Τ.Π., η Α.Κ. είχε μόνο χολιάρικες μπηχτές: «δεν πάει», «είναι στατικός χρόνια τώρα», «είναι αρνητικός», «δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο στην εταιρία», «έχει περιορισμένες δυνατότητες», «χαλάει το κλίμα της εταιρίας». Η εικόνα που έχτιζε για τον Τ.Π. ήταν ενός βραδύνου τεμπέλη που παρασιτεί στην καμπούρα της Α.Κ. εκμεταλευόμενος την ασύνορη καλοσύνη της κυράς. Μια ρεμόρα. Ένας καλικάντζαρος. Ένας ανήθικος μπουνταλάς σε ένα παρθεναγωγείο. Ένα αγριόχορτο σε ένα κήπο με τριανταφυλλιές.

Πλησίασα τον Τ.Π. έχοντας εισπράξει την τιράδα της Α.Κ. with a grain of salt μια που όλα μου έδειχναν πως η Γκόλντα Μέιρ της Sycophant κατοικούσε νότια της Φερεγγυότητας. Είδα έναν τύπο με ευαισθησίες και καλλιέργεια. Έναν συνεργάτη που έδινε και δε ζητούσε. Ένα ανήσυχο μυαλό που πάλευε να βρει έμπνευση στις άνυδρες στέπες της Sycophant και κατέληγε, μετά από κάθε προσπάθεια, ζαρωμένος στη γωνιά του, να σπάει τα δοντάκια της τσατσάρας του, φτύνοντας καντήλια στα μούτρα μιας ζωής που φεύγει. Ιδανικό θύμα της ευνουχίστριας Α.Κ., ο Τ.Π. είχε καταδικαστεί σε αιώνιο διαχειριστή ενός πελάτη πιο στεγνού από το μουνί μιας μεσόκοπης πουτάνας, της κονσερβοποιίας “Supercans” (σκουμπρί, λακέρδα, τόνος), που ήταν και το cash-cow της εταιρίας. Χωρίς τον οβολό της Supercans, η Sycophant θα είχε πάρει θέση στο νεκροτομείο της διαφήμισης της χώρας των Ants, δίπλα στο φάντασμα της έμπνευσης, το ξορκισμένο από χρόνια από τους αρχιερείς-διαφημιστές.

Όμως αυτό δε θα το άφηνε η Α.Κ. να συμβεί. Τη Supercans την πρόσεχε σα μαύρη φυσική πέρλα του Περσικού μέσα σε μια σειρά βαρετές τεχνητές Γιαπωνέζικες λευκές. Της έκανε τα κέφια με γονυκλισίες πειθήνιας παλλακίδας χωρίς να δείχνει υποκριτικά φτιασιδωμένη. Έκανε και proactive προτάσεις, έτσι για το ξεκάρφωμα και για να δείχνει πρόθυμη, κάτι ersatz τυπικούρες που τις ονόμαζε «στρατηγική», ξέροντας βέβαια πως οι κονσερβάδες δε σκάμπαζαν γρυ από τις θεωρητικές, ελιτίζουσες μπαρούφες της, μια που οι άνθρωποι ήταν «καντάρ παρά-καντάρ μπογιά».

Σ’αυτούς τους αγροίκους η Α.Κ. είχε φορέσει τον Τ.Π. για μια γαμημένη ζωή. Αυτούς τους φορτοεκφορτωτές-ιλοτόμους είχε βάλει στην καθημερινότητά του ένας άνθρωπος που γούσταρε τη διαφήμιση, που καύλωνε με τη γνώση, που η εμπνευσμένη δουλειά τον λαμπάδιαζε σα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Στην πτέρυγα των θανατοποινιτών της Sycophant, ο Τ.Π. δούλευε τα ξέφτια της διαφήμισης - εντυπάκια, φυλλάδια, αυτοκόλλητα, 8 χρόνια, 8 χρόνια, 8 χρόνια. Σε ένα λογαριασμό που θα έκανε τον Frank Delaney να αλλάξει το όνομά του σε Paramahansa Yogananda the 2nd , να παρατήσει την κειμενογραφία, να ορκιστεί στην αγαπημένη του πένα ότι δε θα βάλει ψάρι ξανά στο στόμα του και να τελειώσει τις μέρες του σα βουδιστής αγρότης στο Λάος.

Στη δαλτωνική ολιγοχρωμία της δουλειάς της Supercans, ο Τ.Π. ψιλοεπαναστατούσε, προσδοκώντας αλλαγές, ψάχνοντας μικροεπαναστάσεις, θέλοντας να φτιάξει κάτι από το τίποτα. Στο ρομαντισμό του έβρισκε πάντα απέναντι του την Α.Κ. που δεν ήθελε αναταραχές, που ζητούσε το περιοδικό ασβέστωμα της παράγκας και όχι την κατεδάφισή της και την ανέγερση νεοκλασσικού ή παγόδας. Η Α.Κ. τις αλλαγές τις έτρεμε. Παρότι πόζαρε σα μέγας αναθεωρητής της διαφήμισης, σνομπάροντας τις συντηρητικές εταιρίες που είχαν σκλαβώσει τη διαφήμιση στο μεσαίωνα του Μέσου Ανθρώπου, κάθε μικροσεισμική δόνηση στα περίχωρα της Supercans έκανε το σφινκτήρα της να πάλλεται σε ρυθμούς πόλκα. Η Α.Κ. πρόσφερε στη Supercans ένα πλήρες πακέτο υπηρεσιών που στόχευαν στην αιώνια, νεκρική αταραξία. Φορέας των νεκρωσικών υπηρεσιών ήταν πάντα ο φτωχός Τ.Π.