Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Γυναίκες από πάνω (Το υγρό όνειρο του Προκρούστη)

Η επόμενη εμπειρία ήταν με τον Σ.Π.
Είχα χαρεί που δεν θα έβρισκα γυναίκα από πάνω μου, αλλά άντρα. Έλεγα μήπως γύριζε η πουτάνα η τύχη, μήπως τα βρίσκαμε με τον τύπο, παρόλο που η φιλενάδα η Κ. και ο φίλος ο Τ. μου τον περιέγραφαν σαν ασπόνδυλο κάλπη. Αλλά μετά από τόσες πίκρες με τα φουστάνια να με καπακώνουν στη δουλειά, ο σπανός Σ.Π. με τις κρυφοπουστίζουσες καουμπόικες μπότες, το ακριβό δερμάτινο μπουφάν, τα ψιλομακριά μαλλιά, το πορσικό και τις κλισέ φρασούλες, ήταν μια προοπτική που καλοδέχτηκα.

Η ιστορία του Σ.Π. στη διαφήμιση ήταν γκρίζα. Κάποτε κειμενογράφος της κακομοιριάς και της αχαμνής μετριότητας, αλλά χαμογελαστός δημοσιοσχεσίτης και χειροκροτητής με κάλους στις παλάμες, ο Σ.Π. δεν κατάφερε να υπογράψει καμιά δουλειά της προκοπής, κατάφερε όμως κάτι άλλο, που μέσα από τα σύνορα της χώρας των Ants μετράει βαρύτερα και σηκώνει και βλέμματα θαυμασμού. Ο Σ.Π. βρέθηκε στα ώριμα -άντα του, αντί για τον κεάδα των φελών, στο τιμόνι μιας διαφημιστικής που είχε γράψει ήδη κάποια αστραφτερά χιλιόμετρα κάτω από την καθοδήγηση του τοπικού μύθου Θ.Π. Αφότου πήρε την γυαλιστερή εταιριούλα στα χέρια του, ο Σ.Π. έκανε τα πάντα για να βάλει τη σφραγίδα του: συγκέντρωσε τα πάντα στην αγκαλιά του, από το δημιουργικό και τη στρατηγική μέχρι το client service και τα human resources, έγινε άνθρωπος-ορχήστρα και φρόντισε να τα απογυμνώσει όλα από κάθε ίνα ελευθερίας, δημιουργικότητας και λογικής και να τα εμποτίσει –μέχρι το μεδούλι- με δουλικότητα, ανασφάλεια και τυχαιότητα. Γρήγορα η εταιριούλα άλλαξε από φαεθωνικό άρμα του Θ.Π. σε αραμπά, σε γκαζοζέν, σε άλλη μια κωλοφιλούσα διαφημιστική κουστωδία δημοσίων υπαλλήλων με επισφαλή θέση.

Βλέποντας ότι ξέρω για την πορεία-βουτιά της εταιρίας, ο Σ.Π. στις συναντήσεις μας έκανε τα πάντα για να στρώσει μπροστά μου τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Μου μίλησε για λάθη που έγιναν και οδήγησαν σε τέλος εποχής, μου μίλησε για οράματα, για νεωτερισμούς, για όνειρα, για αλλαγές, για δημιουργία, για στρατηγική, μου μίλησε για μεγάλες μεταγραφές δημιουργικών, μου μίλησε για τον ηγετικό μου ρόλο στη νέα εταιρία, μου πάτησε όλα τα σωστά κουμπιά, με καύλωσε και μ’έκανε πύραυλο. Δεν έβλεπα την ώρα να μπω στο σκάφος και να γυρίσουμε τον κόσμο ανάποδα, με Σ.Π. καπετάνιο, με μένα δεύτερο πλοηγό και με τις μεγάλες μεταγραφές πλήρωμα.

Από τις πρώτες μέρες το χαμόγελό μου έγινε κατάρα και η καύλα γύρισε σε κουτουλιά στον τοίχο για το πόσο μαλάκας, για το πόσο θύμα πιάστηκα. Ξανά.
Ο παρακμιακός Σ.Π. είχε κοπιάρει την παλαιοκομματική μπαρούφα της Δημιουργικής Αλλαγής και την είχε στήσει σαν ημιδιάφανο μπερντέ για να κρύψει τη σεπτική μπόχα της εταιρίας που είχε καταντήσει όχημα της μίζερης ψυχούλας του, των νανοειδών επιδιώξεών του, του απέραντου φόβου που τον έτρωγε καθημερινά και που του είχε στερήσει τ’αρχίδια από καιρό.

Στις εσωτερικές συναντήσεις, ο Σ.Π. τα έκανε όλα: στρατηγιστής και planner χωρίς να είναι ικανός να βάλει σε λογική σειρά δέκα κομμάτια ενός παιδικού πάζλ, δημιουργικός διευθυντής έχοντας την αισθητική του Στηβ Ντούζου και το δημιουργικό ταλέντο Καρδιτσιώτη αγροφύλακα, κειμενογράφος, με χειρισμό γλώσσας κοντά στα όρια της ιλετρέ ιδιοτίας και art director με ιδέες που θα ταίριαζαν στην αισθητική Ελληνικής βιντεοταινίας της σοδειάς του Γλυκειά μου Κούτση απ’το Χαλκούτσι. Οι συναντήσεις αυτές ήταν αληθινά βασανιστήρια, στα οποία βασίλευε η αμηχανία, ο φόβος και η έλλειψη παραγωγικότητας. Η δουλειά γινόταν πάντα χωρίς brief από τον πελάτη, αφού ο Σ.Π. επέμενε να μην κουράζει τα πελατάκια του και να δουλεύει proactively, χωρίς την παραμικρή ιδέα για το brand, το project, το γιατί, το πως, το που, το πότε. Απλά ξεκινούσε με συναγερμούς και απειλές, συνέχιζε με το να μας κοιτάει με την αγωνία του λαγού που ξέρει ότι βρέθηκε πρωταγωνιστής σε ιστορία που τελειώνει με τον ίδιο να ποζάρει σαν κυρίως πιάτο και κατέληγε με ψευτοπατερναλιστικές ειρωνίες του στυλ «δεν αγαπάτε τη δουλειά», «δεν πονάτε την εταιρία», «δε βοηθάτε σε τούτους τους δύσκολους καιρούς».
Αυτές οι συναντήσεις ήταν ατελείωτες. Στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν σιωπηλές. Silently brewing. Χα. Απλά κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, παλεύοντας να αποφύγουμε το βλέμμα του Σ.Π.

Στις παρουσιάσεις σε πελάτες ο Σ.Π. ήταν ένας ηγέτης-κολοσσός. Δεν πίστευε ποτέ στη δουλειά –που πάντως ήταν δικό του παιδί, αφού αν δεν είχε τη δική του σφραγίδα, απλά πέθαινε στα σπάργανα- και διέκοπτε τις παρουσιάσεις πάντα για να φιλήσει λιγουλάκι κώλο πελάτη. Η πρώτη του διακοπή, όχι παραπάνω από πέντε λεπτά από το ξεκίνημα της παρουσίασης, έθαβε πάντα τις ελπίδες μας για κάτι καλό. Με χατζατζαρικές επικύψεις διέκοπτε την παρουσίαση παρακαλώντας τον πελάτη για έλεος, πριν καν παρουσιαστεί η πρώτη από τις δημιουργικές προτάσεις. Η επωδός του ήταν «αν δε σας αρέσει αυτό που θα δείτε, θα χαρούμε πολύ να δουλέψουμε ξανά και να σας παρουσιάσουμε νέες προτάσεις ΑΥΡΙΟ κιόλας». Καμιά φορά συνόδευε το γερολαδιλίκι του και με κάτι έξτρα λιγδερό του στυλ «δεν είναι και κάτι ιδιαίτερο η δουλειά που σας φέραμε, για να πω την αλήθεια, αλλά ως αύριο είμαι σίγουρος πως θα βρούμε κάτι καλύτερο.» Αν θυμηθώ πόσες φορές μας έστειλαν να ξαναδουλέψουμε για την επόμενη μέρα χωρίς λόγο εξαιτίας της τακτικής του δούλου θα μου φάνε τα οξέα το στομάχι.

Μέσα σε τούτη την αποφορά, ο Σ.Π. είχε ανακατέψει κι άλλα τυπάκια που είχαν αγοράσει το ίδιο όνειρο με μένα. Παιδιά με ευαισθησίες, ταλέντο και όνειρα, σαν τον Μ.Σ., που είχε έρθει από τη Γαλλία βλέποντας την εταιριούλα σαν ιδανικό εφαλτήριο για κατορθώματα, κερδισμένες μάχες, χαμόγελα και καταξίωση. Τα παιδιά αυτά κάνουν καθημερινά την ίδια αποξεστική διαδρομή, σπρώχνωντας την ίδια κοτρώνα στον ίδιο ανήφορο, απλά γιατί δε βρήκαν τη δύναμη να φύγουν ή γιατί δεν ένιωσαν την απελπισία όσο απειλητική την ένιωσα εγώ.
Τις μέρες αυτές, ο Σ.Π. στέκεται άδειο κουφάρι στο αχανές γραφείο του, ανασαίνοντας την πτωμαίνη της εταιρίας του. Τη μπόχα των παιδιών που ο ίδιος έχει καταδικάσει σε μόνιμη ημιθάνεια. Από τον Σ.Π. έφυγα τρέχοντας, τόσο γρήγορα όσο δεν έχω φύγει ποτέ.

Γυναίκες από πάνω. Κι ένας καστράτος σαλτιμπάγγος. Για λίγο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου