Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Mεγαλώνοντας στην πόλη των Ants (μέρος Β')

Διαβάζω τριγύρω, free press και blogs, εφημερίδες και περιοδικά, και όλοι ραίνουν με μυρωδικά το σήμερα. Η γκρίνια παίζει πάντα γερά, ο νεοέλληνας τη μιζέρια του θα την κλωσσάει για κάμποσες γενιές ακόμα, αλλά οι τόνοι για το σήμερα είναι ψιλοφωτεινοί. Δεν το πιάνω. Μεγάλωσα στα 80ς. Με μεγάλωσαν τα 80ς. Είχαν τα γκάζια, έδιναν το φαί για να μεγαλώσουν την πιτσιρικαρία. Αυτήν που ψαχνόταν.
Ακολουθεί eulogy. Νεκρολογία.

Ποιος είναι ο Lemmy Caution? Tι γίνεται στο τέλος του Pink Flamingos? Γιατί μας φτιάχνει η Γλυκειά Συμμορία? Γιατί οι Einsturzende Neubauten δεν ειχαν ανάγκη από ντράμερ? Πόσο χώρο στα όνειρά μας έχει αφήσει η Louise Brookes? Γιατί όποιος δεν έχει διαβάσει τον Οργισμένο Βαλκάνιο, το Κάμα Τσούχτρα, το Τσελεμεντέ του Αναρχικού, τις Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας και το Φύλακα στη Σύκαλη είναι ή τυφλός ή αναλφάβητος ή, απλά, μαλάκας? Γιατί όποιος δεν ξέρει τον Gene Vincent, τη δισκογραφία των Cramps, Meteors, Guana Batz είναι ή ξενέρωτος ή Spandau Ballet lookalike ή, απλά, ο πατέρας μου?
Στα 80ς είχαμε τις απαντήσεις στα παραπάνω. Τις είχαμε και τις φτύναμε σαν one-liners του film noir που σκηνοθετούσαμε, ιδανικοί Melville και Huston, αλλά και Sam Spade και Philip Marlowe. Στην καρέκλα του σκηνοθέτη και με το make up του σταρ. Αυτά ήταν τα συνθηματικά μας στις παρέες και στα μπαρ, με αυτά λιγώναμε τις γκομενίτσες, με αυτά νιώθαμε μεγαλύτεροι από την κωλόπολη που μας άφηνε να ξεροσταλιάζουμε με μια ζεστή μπύρα ως τις 3 το πρωί στη Maze.

Η Πόλη είχε τότε ταινίες. Ελληνικές. Είχε Αρχάγγελο του Πάθους και Νύχτα με τη Σιλένα και Βεργίτση και Καφετζόπουλο (κατάντησες το πιο άχρηστο χαρτί της τράπουλας, παλιέ αγαπημένε). Είχε και Μόσχο και Σπυριδάκη και Κιμούλη και Ρέτσο, άλλους που γίνανε κι άλλους που φύγανε. Είχε Αγγελόπουλο που λάτρευες επειδή οι άλλοι έφτυναν. Είχε Νικολαίδη και ρομαντικές αυτοχειρίες. Είχε και κάτι ελεεινά του Ζερβού που σου έβγαζαν νότες αυτάρεσκου θαυμασμού, όταν ο μούσιας έβγαζε Τζούμα, Κοτρώνη, Πανούση και Πουλίκα στο γυαλί. Που σκατά πήγαν οι ελληνικές ταινίες?
Είχε Ελληνική τσόντα. Είχε μεγάλο Μπερτό και Τέλη Σταλλόνε, Παύλο Καρανικόλα, Άντζελα Γιάννου, Αντζίτα Γουίλσον, είχε σινέ Ομόνοια για τις πρώτες καύλες μας και σινέ Αλάσκα για κοπάνες και σινέ Λαού για προετοιμασία πριν τη μπουρδελότσαρκα. Όλα παρείστικα. Όλα στο μαζί. Στο δέσιμο. Και καπάκι γυμναστήριο στον Κωστογλάκη και στον Τζων Κούκο μαζί με τους μυθικούς πρωταγωνιστές-γαμιάδες των ταινιών αυτών. Και γνωριμίες. Και προτάσεις για γαμήσια μπροστά στο φακό –αν ήσουν τυχερός- υλικό για να χτισεις τη φήμη σου στην παρέα σαν επίδοξος γαμιάς ταινιών ΧΧΧ με ατάκες του στυλ «θα σου ρίξω ένα γαμήσι σπετσιάλε ιντερνατσιονάλε».

Η Πόλη ήταν τότε γαμημένα επικίνδυνη. Έτσι τη νιώθαμε. Έβγαινες για ποτά και στραβοκοίταζες. Κοίταγες το γκομενάκι απέναντι και ένιωθες την παρέα της έτοιμη να σε μασήσει και να σε φτύσει. Κοίταγες μοβόρικα το τυπάκι στη μπαρα και σήκωνες τα μανίκια του πουκαμίσου για να μετρήσει μπράτσο με το μάτι ο αρχίδης και να χεστεί. Κοίταγες μοβόρικα. Σε κοίταγαν μοβόρικα. Και μπάτσοι λίγοι. Και αραιά. Όχι σα σήμερα. Σήμερα, με τόσους λιμασμένους μετανάστες και νιώθεις να περπατάς σε κάποιο γηριατρικό θέρετρο του αμερικάνικου νότου. Μπάτσοι παντού, ζωσμένοι σαν το βλαχοπρόδρομο τον Στήβεν Σηγκάλ, Ελληνάκια σκυθρωπά, ευνουχισμένα, χωρίς ορέξεις και ορμές.

Άλλο τόσο επικίνδυνοι ήμασταν κι εμείς. Γεμάτοι machismo, νεανικές καύλες και ρομαντική αυτοκαταστροφή. Κάθε μέρα καβάλα στη δίλιτρη σκούρα μπλε Lancia Beta Coupe ’74, κάναμε τους δρόμους δικούς μας. Οδήγηση φλιπεράκι και αλίμονο σε όποιον ανταπέδιδε τις σφήνες. Χειρόφρενο, βλοσυρό βλέμμα-κόπια από Jeffrey Lee Pierce, με μάτι έτοιμο να δακρύσει από την αδρεναλίνη και πούτσα σκληρή από την έξαψη, και χωρίς κουβέντα (οι απειλές πάντα χαλάνε τη φιγούρα) στο χορό με τον άγνωστο. Γυναίκες να σε παρακαλάνε να αφήσεις τον άντρα τους που πάσχει από καρδιά, παιδιά να κλαίνε, ματωμένοι τύποι να σου κατεβάζουν χριστοκάντηλα, ήταν υπέροχα. Και μετά, άγρια γέλια. Άγριες χαρές και αγγίγματα και αναγνώριση («ρε φίλε ήσουν γαμάτος εκεί πίσω») και το ποτό στο τέλος. Οι καιροί του απόλυτου bonding.

Η Πόλη είχε συγκεντρώσεις. Συντροφικότητα. Είχε συναυλίες στο πολυτεχνείο με τα Κοινωνικά Απόβλητα που ήταν για γέλια, τη Γενιά του Χάους που τους γούσταραν όλοι, τους Γκουέρνικα που δεν τους έμαθε κανείς. Είχε σουαρέ στη Βίλλα Αμαλίας με ποίηση, φούντα, μουσική και γενική χαλαρότητα. Είχε πηγμένη πλατεία Εξαρχείων με αναρχικούς, πρεζόνια, σκίνια, μπερδεμένους αριστερούς και μπάτσους στη Μαρωνίτα, δήθεν undercover, που τους ήξεραν όλοι με μικρό όνομα και βαθμό. Είχε Φωκίωνος με τις παρέες της Rebound και τους καυλωμένους της Χρυσής Αυγής όταν η Κεφαλληνίας τους στένευε και αποφάσιζαν να κάνουν σαματά για ανάσες και αποφυγή ψυχανάλυσης. Είχε συναυλίες με γκαραζάκια και μπυροποσίες στο άλσος του Παπάγου και στραβοκοιτάγματα στην Άρτεμη.

Η Πόλη είχε κωμικάδικα με παιδιά που γούσταραν σκίτσο και μουσική και σε συντρόφευαν στην καύλα σου για νέα κεντρίσματα, για το τελευταίο κόμικ του Αλτάν, για κουβέντα, για την ώρα που δεν πέθαινε, για το μέλλον που αν ήταν να μοιάζει με τις ιστορίες του Γιοντορόφσκι, αν ήταν να δανείζεται απουσία χρωμάτων από τα καρέ των Μουνιόζ και Σαμπάγιο, ας με προσπερνούσε. Βαβέλ και Παρά Πέντε, στέκια που έφυγαν κι ακόμα εκεί είναι.

Η Πόλη σε στέρευε από φιλοδοξία. Να γίνω γραφιάς. Να γίνω σκηνοθέτης. Να μη γίνω τίποτα. Τίποτα. Τίποτα. Να γυρνάω σαν άλλος Κόρτο Μαλτέζε βυζαίνοντας τους χυμούς της ζωής και του θανάτου. Και να μην έχω τέλος.

Η Πόλη είχε βλέμματα. Πεινασμένα, μπλαζέ, γεμάτα, άδεια, με ιστορίες, με υποσχέσεις, με έρωτα, με θάνατο, με ερωθάνατο, με νύχτα, με πολλή νύχτα. Και είχε προσμονή και μάχη για να κλέψεις αυτά τα βλέμματα. Της τύπισσας που ήταν ίδια η Siouxsie στη συναυλία των Christian Death. Του τύπου που καπετάν-γαμούσε τους redskins και είχε μπράτσο 50 πόντους και γυαλιστερές Marten’s. Του DJ στο Αγκάθι που όταν σε έβλεπε να μπαίνεις έπαιζε το Stray Cat Strut. Του πορτιέρη. Της γκόμενας του τύπου που σιχαινόσουν.

H Πόλη δεν είχε ζητιάνους. Όχι τόσους. Σήμερα το ζητιαναριό κάθεται σαν πάχνη στην πόλη. Σα μια βρωμερή, πηχτή πάχνη. Η Πόλη σήμερα έχει καταληφθεί από ζητιάνους που έχουν την κωμική ιδέα ότι πρέπει να τους δώσεις ένα ευρώ χωρίς να σου δώσουν τίποτα σε αντάλλαγμα. Ακόμα χειρότεροι είναι οι ψευτοζητιάνοι στα φανάρια. Αυτοί σου ζητάνε χρήματα θέλοντας να σε μπουκώσουν με κάτι που δε γουστάρεις – που δε θα γούσταρες ούτε μετά από ολονύχτιο πάρτι με μεσκάλ και απαγγελία ολόκληρου του Μέγα Ανατολικού με υπόκρουση Dalida – το πασάλειμμα του αυτοκινήτου σου με βρωμόνερα. Το ζητιαναριό έχει όμως κι ένα καλό. Σου δίνουν ιδανικό καμβά για πινελιές στυλιζαρισμένης εγωπάθειας και συγκρατημένης μισαλλοδοξίας . Πόσες ευκαιρίες έχεις να κοιτάξεις κάποιον με βλέμμα που λέει «Αν θέλω πατάω γκάζι και σε κάνω μαρμελάδα σύκο στην άσφαλτο και σε μαζεύουν παρέα με τα άλλα roadkills της πόλης» μαζί με απορριπτικό νεύμα του στυλ «Φύγε αλογόμυγα»? Αλλά να μου έλειπαν. Η παρέλαση των φρικιών του Tod Browning στα φανάρια της πόλης μου γαμεί την αισθητική και δεν τους θέλω. Όντως κάποιοι έχουν συναρπαστικές παραμορφώσεις, δερματικές ασθένειες που σε κάνουν να μένεις με μάτια γουρλωμένα, σακατέματα και ακρωτηριασμούς που τους κάνουν αιρετικά γλυπτά φορτωμένα πρωτοτυπία (να δουλειά για δαύτους: ζωντανά εκθέματα στο Cabaret Voltaire – ο Tzara θα τους λάτρευε). Αλλά με ενοχλούν. Με ενοχλούν. Αν ξαναδώ κουλό ζητιάνο-κάκτο με χαρτόνι-μενταγιόν που λες και είναι γραμμένο από ιδιότη, μισοαγράμματο κειμενογράφο πολυβραβευμένης διαφημιστικής («Έχο τέσερα παιδιά, η γινέκα μου έπαθε εγκεφαλικό, ΠΗΝΑΟ» - τα σποτάκια που ακούμε στο ράδιο δε σκοράρουν ψηλότερα στο δείκτη έμπνευσης), ίσως αποφασίσω να του δώσω ένα εικοσάρικο για να του κάνω το πρόσωπο σαν του Jared Leto στο Fight Club με τη βοήθεια των ενισχυμένων Doc Marten’s μου. Αισθητική παρέμβαση/διόρθωση με την άδεια του καλοπληρωμένου ζήτουλα.

Η Πόλη δεν είχε τόσο μετανασταριό. Οι περιοχές που έπαιξα μπάλα και έριξα τα πρώτα μου χουφτώματα δεν έμοιαζαν προάστια της Κινσάσα ή της Ντάκα. Τα μαγαζιά πανω από την Κολιάτσου δεν ήταν όλα International Call Centers με τιμές στα τζάμια για Αιθιοπία, Αγγόλα και Πακιστάν. Οι δρόμοι δεν είχαν γίνει turf του Ντουντούλα από την Άντις (γνωστού και ως Gangsta Killa στους φίλους του στο πολυτελές στέκι της Lalibela), δεν είχαν αχαμνούς ασιάτες με ψευτοχαμόγελα (που κυκλοφορούν τέσσερις-τέσσερις σαν πουστροπαρτουζιάρηδες Χιώτες), δεν είχαν μαύρες χοντροκώλες γουρούνες ντυμένες με κουρτίνες και πολύχρωμα τουρμπάνια. Η Πόλη στα 80ς δεν ήταν κοσμοπολίτικη. Νιώθαμε καλά στη white-washed γειτονιά μας. Μας άρεσε να γυρνάμε και να δείχνουμε το μοναδικό etranger που περπατούσε στους δρόμους κάτω από τις τσιρίδες του χεσμένου μπόμπιρα που είχε μόλις δεχτεί τις απειλές της μαμάς του για το τι θα του κάνει ο αράπης αν δεν τρώει το φαί του.

Μεγαλώνοντας στην πόλη των Ants (μέρος Α')

Δεν τη γνωρίζω αυτήν την πόλη.

Έχει αλλάξει το περπάτημά της. Ο αέρας της. Η κουβέντα της. Η συνέπειά της ξέφτυσε. Ή κρύφτηκε μαζί με τους ήρωές της.

Είμαι παιδί των 80ς. Η μόνη εποχή που έδωσε σημεία αναφοράς . Στα 80ς ή θα’σουνα φλώρος κυνηγώντας το μουνί σε καμιά Divina, καμιά Amnesia, καμιά Barbarella με τη Discomoda παραμάσχαλα ή θα ψαχνόσουν να χαρτογραφήσεις τα μέσα σου σε εναλλακτικά στέκια. Στο Ψυχώ και μετά στη Maze, με τον Βάιο να διονυσιάζει την παλόμενη πιτσιρικαρία με ένα «Στην κόλαση χαμούρες», βγάζοντας μια μουλιασμένη στα bourbon γλώσσα τρεις πήχες και γκαζώνοντας με Slickee Boys. Στη Rebound με σκίνια και ντεθάδες να ανταλλάσουν τυχαία βλέμματα μέσα σε αναθυμιάσεις καυσίμου χαμηλών οκτανίων (όποιος δεν έχει ζήσει hangover κερασμένο από τη Rebound, είναι παιδί της Αυτοκίνησης). Στη Melody στο Περιστέρι, τρύπα στον τοίχο – σημείο αναφοράς των δυτικών προαστίων . Στο Phonograph, στο Art Nouveau, στο Music Machine, το 7+7. Δίπλα σε τυπάκια που σκότωναν τις συλλογές αγαπημένων δίσκων στη Βρυσακίου στο Μοναστηράκι. Σε συναυλίες στο Ρόδον, στο Club 22, στο Αν. Κάποια στέκια ευτυχώς πέθαναν πριν τα κληρονομήσουν κάλπηδες. Ή πριν αλλάξουν ρούχα και ντυθούν 90ς ή new age/new millenium/post-grange/δεσεξέρωκαιούτεθέλωνασεμάθω πασαρέλλες.
Οι κώδικες των 80ς ήταν καθαροί. Τα σκίνια φορούσαν άσπρη στενή μπλούζα ή plaid πουκάμισο Ben Sherman και στενό τζην (καμιά φορά με ρεβέρ), μαύρες ή cherry red Doc Marten’s (ιδανικά τσιμπημένες από κάποιο φλούφλη ντεθά), ξυρισμένη κουρούπα και χακί ή μαύρο bomber jacket (αμερικάνικο με εσώραφα σφαιράκια στο μανίκι, όχι ελληνικό, αν φόραγες ελληνικό ήσουν φέκος), περπάτημα χεσμένου διάνου και ζόρικο υφάκι δυσκοίλιου χιμπαντζή. Οι πιο τολμηροί έραβαν και κανα Edelweiss ή κανα σήμα Totenkopf στο bomber («flying» το έλεγαν τότε).
Οι psycobillάδες είχαν καρφωτό κοκόρι με τα πλάγια του κεφαλιού ξυρισμένα, ένδυση σα να έπιασε στα χέρια του ένα πτώμα ροκαμπιλλά κι ένα σκινά ο Δρ. Φρανκενστάιν και να τα πάντρεψε σε μια κρίση συφιλιδικής αποκοτιάς, συμπεριφορά ξεσηκωμένη από Lux Interior ή Paul Fenech – δες Gene Vincent on acid. Ήταν λίγοι και κόλλαγαν μαζί με ροκαμπίλλια ή σκίνια.
Οι ντεθάδες φόραγαν μαύρες κουρτίνες, καμιά φορά από Remember, άλλες φορές από μικρομάγαζα εδώ κι εκεί, μαύρο make up ραγισμένης ψυχής, μαλλί σπασμένη ομπρέλλα αλά Robert Smith του σωτήριου έτους ’82, σκελετωμένα αγοράκια με θηλυπρεπή ψευτοευαίσθητη συμπεριφορά, κραγιόν, και ηδυπαθή βλέμματα αλά Rozz Williams, καμιά φορά μακριά μαύρα παλτά στυλ Eldritch. Έπεφταν θύματα σκινάδων όταν δεν ήταν τα κατοικίδια της ντροπής της νεοναζιστικής νεολαίας. Δε γαμούσαν.
Οι ροκαμπιλλάδες είχαν γρασσαρισμένο κοκόρι, φαβορίτα-πινέλο, snickers. Θυμάμαι τους Victoria Cats, ψευτοαγριωποί ποζεράδες που έβγαζαν γέλιο.
Τα 80ς χώνευαν τα 70ς και έχεζαν επιρροές που ψάχναμε, κρισαρίζαμε, τρώγαμε βουλιμικά όλοι εμείς οι κοπρολάγνοι. Από το Κοκομπίλ και την Κολούμπρα, στις ταινίες του Γουώτερς, του Φασμπίντερ και του Μπουνιουέλ στο Άλφαβιλ, από τη Χιονάτη και τους Κοτρώνηδες, στον Μιχαήλ, τον Αλτάν, τους Μουνιόζ και Σαμπάγιο, το Echo des Savanes, το Fluide Glacial, τη Βαβέλ, το Παρά Πέντε και τους άλλους κομικάριους που μας τριβέλισαν στα ξυπνήματά μας. Είχε και βήματα για όποιον ήθελε να κάνει το μεράκι του λέξεις: είχε Cine 7 (με avant premieres, μπαράκι και κέρασμα καφέ για όποιον ήθελε να γνωρίσει την παρέα του Γέωργα), είχε και ένα κάρο δημοτικούς/ερασιτεχνικούς ραδιοσταθμούς που σου έδιναν μικρόφωνο με την ευκολία που ο Χάρπο Μαρξ έξυνε γλυκερές μελωδίες.
Tα 80ς είχαν θάρρος και αυτοκαταστροφικά νιάτα που βίωναν αδιέξοδα. Είχαν τον αποδυτηριάκια που σου άνοιγε πληγές και τη στήλη των πολεμικών επιστολών του Φιλάθλου, είχαν την original με 150 σαλταρισμένους που πήγαιναν παντού, τη ΝΟΠΟ του Στέφανου και του Τζούνιορ, τη Χρυσή Αυγή του Μιχαλολιάκου, του Περίανδρου, του Τηλέμαχου, τα ΚΝΑΤ που γάζωναν, τα ΜΑΤ που ξεκινούσαν από απέναντι μέχρι που αποφάσιζαν ότι χωρίς μισθό δεν έβγαινε ο φραπές και ζώνονταν κλομπ και ασπίδα, τη 17Ν στο ζενίθ του μύθου της.
Τα 80ς είχαν ραδιόφωνο με ευαισθησία και λόγο. Ραδιόφωνο που για πρώτη και τελευταία φορά έγινε διαδραστικό. Ραδιόφωνο με ακροατήριο που μιλούσε, άκουγε και χτιζόταν μέσα του. Με ακροατήριο που λιμπιζόταν τη βραχνή mezzo-soprano φωνή της Μαλβίνας στο «Όσα Κερδίζεις από μια Χαμένη Άνοιξη», που άκουγε γκαραζιές σε Δίαυλο 10, που φύλαγε καραούλι να πετύχει Βάιο και Κοντογούρη για να ακούσει σπάνια βινύλια και να μυηθεί στα απόκρυφα του Texas Punk.
Τα 80ς είχαν και λατρεμένο μουσικό τύπο που έσφυζε επιδειξιομανία και εγωπάθεια. Είχε Ήχο μα κυρίως Ποπ & Ροκ με Μαλαθρώνα, Μποζινάκη και Κοντογούρη (και Στάθη Παναγιωτόπουλο ως ηθικό ναυαγοσώστη να προσφέρει απλόχερα άλλοθι σε μεταλλάδες). Είχε fanzines, είχε Στις σκιές του B-23, Gew Gaw, Rollin' Under, The Thing, το βραχύβιο Trash City που έβγαζε ο τραγουδιστής των Feedbacking the Grass κι ένα κάρο άλλα, rough και φτηνά, μα παθιάρικα και με φωνή.
Τα 80ς είχαν Ελληνικά γκρουπάκια που ξύριζαν – από τους γαμημένα στυλάτους πιονιέρους του garage/ trash, Last Drive, στους εξαιρετικούς νεο-ψυχεδελικούς No Man’s Land με την υπέροχη Εύη Χασαπίδου στη φωνή, στους κολασμένους Yell-O-Yell, στους dark/new wave South of No North, Λευκή Συμφωνία, Film Noir, κι από τους αλλάζουμε-στυλ-όταν-αλλάζει-το-φεγγάρι Villa 21 στoυς με pop ευαισθησίες Libido Blume και στους maudit βόρειους Fear Condition. Τα 80ς είχαν και συναυλίες με συχνότητα “blink-and-you’ll miss it”. Τη μια βδομάδα έπαιζαν οι Les Thugs, την άλλη οι Three Johns, την παράλλη οι Fleshtones, oι Fuzztones, η Nico, ο Nick Cave, οι Chills, oι Deja Voodoo. Συναυλίες που βρισκόμασταν όλοι και χαιρετιόμασταν με ένα νεύμα. Οι ίδιοι και οι ίδιοι. Τότε τους ήξερες όλους – όσων τα ονόματα δε γνώριζες τους έδινες ονόματα εσύ: ο καράφλας, ο μπεκρής, η χοντροκώλα, η Χάνα Συγκούλα, η Ντιβάιν, η τύπισσα που μου πήρε τα φλόκια στην τουαλέτα στους TV Personalities, ο τύπος που παραλίγο να έδερνα αλλά τη γλύτωσε στο τσακ.
Στα 80ς, αν ήξερες τι ήθελες να γίνεις, ήξερες και που να πας, που ν’ακουμπίσεις, που να ψάξεις, με ποιον να μοιάσεις, διπλα σε ποιον να κολλήσεις, πόσο μέσα σου να σκάψεις. Εκτός αν δεν ήθελες να γίνεις τίποτα, οπότε κοιτούσες παντού μέχρι που αλληθώριζες, σήκωνες όλες τις πέτρες που σου λάχαιναν, τρακάριζες με άρβυλα, κοκόρια και βαριές αγκράφες, γέμιζες τρύπες την ντυμένη σε ομίχλες από άφιλτρα Gauloises ψυχούλα σου και γυρνούσες σπίτι κάθε βράδυ άδειος. Και αφίλητος.
Σήμερα η πόλη αυτή έχει χάσει τα παλιά λιμάνια της. Κι έχει αποκτήσει άλλα λιμάνια που δε μυρίζουν φευγάτα μπαχάρια, δεν έχουν ψημένες πουτάνες, δεν θέλγουν ψυχοπομπούς. Στα μπαρ δεν πίνει ο Lemmy Caution, ούτε ο Στηβ Μπρίζας. Η φωνή-καμινέττο του Mick Blood, το λίκνισμα του Peter Zaremba, το τσιγάρο στη γαλαρία του Άλφαβιλ, η άφραγκη πόζα με το πουκάμισο λαχούρι και την ολονύχτια μπύρα στο χέρι έχουν γίνει αεράκι.
Τώρα οι Emo στο Σύνταγμα έχουν άδεια βλέμματα και οι Emo στο Mall χαζογελάνε. Γαμημένο μπέρδεμα. Tα πιτσιρίκια μεγαλώνουν χωρίς να έχουν κάψει γκρίζα ουσία από ποτά-βαλβολίνες, χωρίς να έχουν ζηλέψει τραγουδιστές-ήρωες της γειτονιάς, χωρίς να έχουν κλέψει Ταρατατά από το περίπτερο, χωρίς να έχουν παίξει ξύλο για ένα στραβοκοίταγμα. Ποιοί είστε?

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Διαφήμιση σε λάθος χώρα (μέρος Β')

Περισσότερο από κάθε άλλη δουλειά, η διαφήμιση σιχαίνεται τους μέτριους. Ο μέτριος την υποβιβάζει σε κάτι μηχανιστικό και στεγνό και, όχι σπάνια, με αποκρουστικό end product. Δυστυχώς γι’αυτή, η γκλαμουριά της τραβάει τον μέτριο χαχόλο όπως το φτηνό σιρόπι τη μύγα. Στη χώρα των Ants η διαφήμιση είναι το γήπεδο των μετρίων, των άψυχων, των ατάλαντων, των δειλών, των καιροσκόπων.

Δυο κουβέντες –λες και θα μπορούσαν να είναι μόνο δυο- για τους λόγους που η διαφήμιση σε τούτο τον τόπο είναι λίγη και μόνιμα ανικανοποίητη σα μανιακά αυνανιζόμενη νεάζουσα πενηντάρα παρθένα. Θα ξεκινήσω πρώτα από τους πελάτες. Θα ακολουθήσει κουβέντα για τις διαφημιστικές.

To προφίλ του πελάτη στη χώρα των Ants

Στη χώρα των Ants η αγορά κυβερνάται από το Κόμμα του Μέσου Ανθρώπου. Οι πελάτες αντιγράφουν ο ένας τον άλλον, συναγωνιζόμενοι για το ποιος θα παράξει την πιο άχρωμη, την πιο μασημένη, την πιο ακίνδυνη επικοινωνιακή τροφή, με στόχο να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της και να χάνεται στο πλήθος.
Στη χώρα τούτη δεν υπάρχουν μπράντες. Ακόμα και mega brands υποβιβάζονται και χειραγωγούνται, προσωποποιούμενα στον brand manager, στον marketing manager ή director.

Το Dove στον τόπο τούτο δεν είναι η σούπερ-μπράντα που έχει χαράξει δρόμους στην επικοινωνία στα χέρια του David Ogilvy και της Unilever. Στη χώρα των Ants η Jaguar, το Lipton, και οι λοιπές στρατιές των mega brands, δεν εχουν ιστορικότητα, ούτε ψυχή, ούτε βέβαια brand DNA. Οι μπράντες αυτές αφήνουν την ψυχή τους και τη διαδρομή τους στα σύνορα και εγκαθίστανται στη χώρα τούτη άδεια κελύφη. Εδώ, οι μπράντες αυτές φοράνε τη μουτσούνα του marketing director Μήτσου που τις χειρίζεται στο τοπικό παραμάγαζο της πολυεθνικής, και κουβαλάνε τα βίτσια και τα χούγια της brand manager Τζένης που έχει τη δυστυχία να μιλάει καθημερινά με τη διαφημιστική. Συνήθως ο Μήτσος είναι ένας χοντρόπετσος ινδόχοιρος που φοράει τη γραβάτα του διεκπεραιωτή. Αν η μπράντα είναι διεθνής, ο Μήτσος είναι ένα ευτυχισμένο γουρουνάκι. Απλά περιμένει τις οδηγίες από το εξωτερικό και τις σπρώχνει στη Τζένη που τις κάνει πάσα copy-paste στη διαφημιστική. Αν η μπράντα είναι τοπική, ο Μήτσος έχει το μεγάλο μπελά στο κεφάλι του να δημιουργήσει from scratch και δεν το θέλει. Χειρότερα ακόμα, δεν το μπορεί.

H λύση για το Μήτσο έρχεται έτοιμη από τους προκατόχους του ή από τους ανταγωνιστές του. Δεν έχει παρά να αντιγράψει το Γιάννη (marketing director της απέναντι εταιρίας), που έχει αντιγράψει την Λέλα (m.d. του παρακείθε μαγαζιού). Ακολουθώντας την πεπατημένη στράτα χωρίς λακούβες στα marketing plans και στα briefs στη διαφημιστική, ο Μήτσος, ο Γιάννης και η Λέλα δε θα διακινδυνεύσουν τη θέση τους, θα έχουν να δείξουν εύπεπτα νούμερα στις εταιρίες τους ad infinitum και θα ζήσουν σαν ευτυχισμένα piglets στη χλιαρή, υδαροπολτώδη λιμνούλα της ζωής τους. Έτσι διαμορφώνεται η αγορά στη χώρα των Ants - μια δομική παραδοξότητα που δεν αναπτύσσεται ούτε οπισθοχωρεί, δεν πάει ούτε μπροστά ούτε πίσω, αλλά ζει δαγκώνοντας την ουρά της.

Στη χώρα τούτη, οι marketeers χωρίζονται σε υπερσυντηρητικούς δειλούς τεμπέληδες, που χαίρονται τα perks της θέσης τους έχοντας τις μπράντες τους σε απόλυτη subzero αδράνεια και σε υπερσυντηρητικούς αγχώδεις Βέγγους, που τρέχουν άσκοπα γύρω από τον άξονά τους σα χρυσόμυγες δεμένες σε πάσαλο με σπάγγο. Και οι δύο κατηγορίες βλέπουν τις διαφημιστικές εταιρίες σαν κιουτσέκ τσογλάν πουτανάδικα που τους λερώνουν τον αέρα και τους ταράζουν τη ραστώνη. Η συμπεριφορά των marketeers στα διαφημιστάδικα είναι λοιπόν, συνήθως, καισαρική και ξεδιάντροπα κακότροπη, με πείσμα κακαναθρεμμένου σκατόπαιδου που θέλει παγωτό στην πιο ακατάλληλη στιγμή και όταν το πάρει στα χέρια του σου το πασαλείφει στην αγαπημένη σου γραβάτα.
Περισσότερα γι'αυτά σε επόμενη παράσταση.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Διαφήμιση σε λάθος χώρα (μέρος Α')

Για να φτιαχτεί διαφήμιση πρέπει να συνευρεθούν δύο μέρη: ο διαφημιστής - ή μάλλον η διαφημιστική εταιρία - και ο πελάτης. Στην καλύτερη περίπτωση, ερωχορεύουν σε ένα παθιάρικο lap dance μια διαφημιστική με ταλέντο, στρατηγική αντίληψη, καύλα για τη ζωή και μούρλα για τη διαφήμιση, κι ένας πελάτης με τόλμη, αγάπη για τη μπράντα του, ένστικτο και εξυπνάδα. Το προιόν του ερωχορού είναι, στην ιδανική του μορφή, ένα μικρό έργο τέχνης που διδάσκει αισθητική και που δημιουργεί ενδιαφέρον γύρω από τη μπράντα.
Στη χώρα των Ants αυτή η ιστορία, ο ερωχορός μεταξύ διαφημιστή και πελάτη δε συμβαίνει. Η καλή διαφήμιση βγαίνει πιο σπάνια από τα άγρια μανιτάρια στην Ομόνοια και είναι απόρροια συγκυριών, ή τσαμπουκά και πίκρας, άντε και κάμποσης τύχης.

Στη χώρα των Ants όσοι ανακατεύονται στη διαφήμιση, τη μισούν σαν κακοήθη όγκο στο πλεμόνι τους. Ή έτσι δουλεύουν. Πελάτες και διαφημιστές.

Γυναίκες από πάνω

Πριν καιρό άφησα την τελευταία μου δουλειά. Την τελευταία που μου πάτησε τον κάλο. Την τελευταία που με σκυθρώπιασε, που έκανε την καρδιά μου να χάσει χτύπους, που μ’έκανε να θέλω να πιω και να πω και να φύγω.
Τις πιο πολλές φορές αφήνω γυναίκες. Αφεντικίνες. Κάποιος ψυχαναλυτής θα έλεγε ότι παίρνω εκδίκηση για όλους τους φτωχομαλάκες που άφησαν σύξυλους και κλαμμένους οι γυναίκες. Άλλος κολίγος του Φρόυντ θα έλεγε ότι με φοβίζει το μουνί, γι’αυτό και φεύγω. Μπορεί να με έβγαζε και κρυφόπουστα. Δε με νοιάζει. Χεσμένη την έχω την ψυχανάλυση.
Η πρώτη γυναίκα που άφησα ήταν η Μ.Β. Μαυροτσούκαλη, με αδύνατους ώμους και κώλο-κολοκύθα, η Μ.Β. ήταν η επιτομή της δύσοσμης γεροντοκόρης. Δούλευε στο γραφείο ατέλειωτες ώρες (δεν την είχα δει ποτε να φεύγει από το γραφείο πριν τις μικρές πρωινές) και η αφοσίωσή της στην εταιρία δικαιολογούσε την απλυσιά της, εκφάνσεις της οποίας ήταν ο σοβάς στα γλιδερά μαλλιά της, η βοθρώδης ανάσα της, τα νύχια-φτιάρια και τα αυτιά που έβριθαν πρώτες ύλες για το μουσείο της Μαντάμ Τυσσώ. Η Μ.Β. δεν καθόταν ποτέ. Έτρεχε πάντα σαν αυτιστική στους διαδρόμους της εταιρίας (από τη βιασύνη της έβγαινε απο την τουαλέτα με λεκέδες στον καβάλο του παντελονιού της) υποχρεώνοντας τους βοηθούς της να κάνουν το ίδιο. Τα βράδια, είχε-δεν είχε δουλειά, καθόταν κι έκανε ότι έγραφε ως τη μαύρη νύχτα, έτοιμη να δείξει σε πιθανό ντου του ιδιοκτήτη της εταιρίας ότι είναι στα χαρακώματα, έτοιμη για σάλπισμα επίθεσης όταν οι άλλοι διακοπεύουν ή χαλαρώνουν σπίτι τους. Δεν πήγαινε ποτέ διακοπές και καύλωνε χαιρέκακα να ενοχλεί όσους πήγαιναν παίρνοντάς τους τηλέφωνο και προσπαθώντας να τους γυρίσει πίσω στο γραφείο από το Πήλειο, το Πλόβντιβ ή τον Άγιο Μαυρίκιο για «λόγο σοβαρό».
Τον πρώτο μήνα που πήγα στο γραφείο η Μ.Β με αγνοούσε. Δεν ήξερε τι να κάνει με μένα, άλλωστε όλα τα έκανε μόνη της μια χαρά. Μετά άρχισε να μου δίνει δουλειές κατά τις 10 το βράδυ. Δουλειές σημαντικές όπως η συγκόληση φωτογραφιών σε χαρτόνια ή το κλιπάρισμα ασήμαντων κωλόχαρτων. Δουλειές που έπρεπε να γίνουν πάντα σήμερα, 10 με 3 το πρωί. Γιατί για τη Μ.Β. δεν υπήρχε αύριο. Με δασκαλίστική διάθεση και λόγο φανφαρόνικο με συμβούλευε πως στη δουλειά μας «σημασία έχει το αποτέλεσμα, και όχι τα μέσα που χρησιμοποιείς για να το πετύχεις» ενώ κοκορευόταν ότι στο κωλοφίλημμα του πελάτη δεν την κόντραρε κανείς . Μια μέρα φτάσαμε στο χωρισμό.
«Πρέπει να ζητήσεις από τον Θ. να ετοιμάσει τις τελικές μακέτες» με πρόσταξε. «Είναι επείγουσες. Ο πελάτης πήρε πριν 5’ και τις θέλει ως τα μεσάνυχτα.»
«Ο Θ. είναι άρρωστος.» ψέλισα, με τα οξέα να μου τρώνε το στομάχι. «Ίσα που στέκεται. Να τον αφήσουμε να πάει σπίτι του νωρίς βρε Μ.;»
«Με έχεις δει να μένω σπίτι ποτέ, είμαι δεν είμαι άρρωστη;» βρόντηξε η Μ.Β. «Μόνο η δουλειά μετράει. Μόνο η δουλειά. Να του πεις να φτιάξει τις μακέτες. Τώρα.»
Εκεί άρχισα να σκέφτομαι την επόμενη δουλειά μου. Είπα στη Μ.Β. ότι μου έχει λείψει ο καθαρός αέρας και πέρασα στην αντιπέρα όχθη, όπου βρήκα την επόμενή μου αφεντικίνα, την Ι.Μ.
Η Ι.Μ. ήταν όμορφη, όχι όμως γυναίκα. Είχε μάτια μπλε, αλλά όχι το φωτεινό, παγωμένο, γαλήνιο μπλε. Τα μάτια της ήταν ένα μπλε φοβισμένο, οργισμένο, ένα γκριζο-μπλε της αντάρας, του πανικού, του κλάμματος που γίνεται κόμπος στο λαρύγγι, του Ατλαντικού που ασφυκτιά μεταξύ Ντόβερ και Νέας Σκωτίας και θέλει να πονέσει τα βράχια με την ορμή του. Φωνή μπάσα, συριστικό «σ», ομιλία αποκολλημένη γεμάτη ασυνάφειες. Αγοροκόριτσο, ντυμένη πάντα με φαρδιά track pants και trainers, μαλλιά ίσια πλούσια σα λεοντή, βάδισμα αβέβαιο. Απεγνωσμένη να αρέσει και έτοιμη να βγάλει νύχια με το πρώτο μήνυμα ότι δεν κολλάει, δεν κάνει, δεν ικανοποιεί.
Τα γραφεία μας ήταν στο ίδιο δωμάτιο. Σε λίγες μέρες δεν έμπαινε κανείς εκεί μέσα. Ήταν το δωμάτιο που όλοι απέφευγαν.
«Τι συμβαίνει;» με ρωτούσε. «Τι τους κάνεις και μας αποφεύγουν; Να δεις που θα με διώξουν εξαιτίας σου.» Όταν με έβλεπε να μιλώ με συναδέλφους σε άλλα γραφεία με κοιτούσε με το ικετευτικό βλέμμα του δεμένου κουταβιού που ζηλεύει τα αδέσποτα μα όταν μέναμε μόνοι αμέσως σκλήραινε και ύψωνε φωνή.
«Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος από μένα.» γαύγιζε. «Αυτά που έχω κάνει εγώ ούτε να τα ονειρευτείς.» Κι έβαζε τα ακουστικά του CD player παίζοντας Morcheeba. Αντίθετα από τη Μ.Β., η Ι.Μ. δεν άντεχε να μένει για πολύ στο γραφείο. Την έπνιγε. Κατά τις 4 την έδερναν τα κύματα – άλλαζε από θυμό σε θλίψη ώσπου δεν άντεχε άλλο κι έφευγε. Από αυτήν έφυγα νωρίς.
Από τη Ι.Μ. πήγα στην Ι.Μ2. Τη λέω Ι.Μ2 γιατί είχε τα ίδια αρχικά με τη Ι.Μ. αν και θα έπρεπε να τη λέω Ι.Μ./2 γιατί ήταν η μισή της Ι.Μ. και πάντως σίγουρα μισή γυναίκα. Η Ι.Μ2 ήταν ένα άκωλο δουλοπρεπές νανάκι που έβριζε σα τραμβαγιέρης για να δείχνει «μια από ‘μας». Ερχόταν στο γραφείο μου με κάλπικο χαμόγελο αποκαλώντας με «καυλιάρη», «γαμιά», «ψωλαρά», πιάνοντάς με από τους ώμους μαγκιόρικα και ψευτοσυνομωτικά σα να είμασταν φαντάροι μαζί σε φυλάκιο στην Καρωτή και να τον είχαμε παίξει ο ένας στον άλλον στη μέση ενός βαρύ χειμώνα. Είχε μια σχέση απόλυτης υποτέλειας με την αφεντικίνα της, μια θεόρατη βλαχογυναίκα-πλατάνι με σημαδεμένη μάπα, φωνή-τρακτέρ, τόνους μαγκιά στο βρακί της και φαντασία μολιερικού βαρωνέττου. Μπροστά σ’εκείνη τη γυναίκα-βεληγκέκα έτρεμε δικαίως. Γινόταν ένας σαλτιμπάγκος και κουδούνιζε με μανία για να της κλέψει ένα χαμόγελο, μια τρυφερή λέξη, ένα βλέμμα επιδοκιμασίας. Αλλά και μπροστά μου η Ι.Μ2 έτρεμε και γι’αυτό μισούσε τον εαυτό της χειρότερα. «Με σένα έχω χάσει το λίμπιντό μου,» μου έλεγε. «Έχω να γαμηθώ από τότε που ήρθες στην εταιρία». Όταν έπινε παρακάλαγε για παρέα, μα δεν κέρδιζε ούτε συμπόνια. Στη δουλειά της ήταν φούσκα. Μια γυμνή κακομοίρα που δυσκολευόταν να κρυφτεί κι από τον πιο κρετίνο πελάτη. Με τέτοια παρέα γρήγορα κοίταξα παραδίπλα.
Επόμενη στάση μου η Κ.Λ. Μπορούσε να ήταν συγγένισσα της Μ.Β. – σίγουρα μοιράζονταν γονίδια. Πλαδαρή χοντροκώλα κι αυτή, μεγαλοκοπέλα, με μαυρισμένα δόντια και ανάσα-κλανιά, ατημέλητη, κουβαλώντας τη θηλυκότητα ενός κουμπαρά, η Κ.Λ. ήταν ατάλαντη, ανίκανη, ευθυνόφοβη, πονηρεμένη. Ήθελε να ταλαιπωρεί τους βοηθούς της με σαδιστικά σχόλια που ήταν πάντα εκτός θέματος, με ακατανόητες προσταγές και νευρωσικές παρατηρήσεις που πρόδιδαν ευφυία ερεθισμένου μογγολοειδούς. Αγαπημένη της ασχολία ήταν ο καταμερισμός ευθυνών. Στο ξεκίνημα κάθε δουλειάς φρόντιζε να βάζει στο παιχνίδι έναν τεράστιο αριθμό άσχετων ανθρώπων για να βγάζει από πάνω της όσο γινόταν μεγαλύτερα ποσά ευθύνης σε περίπτωση αποτυχίας (η αποτυχία ήταν συνήθης μια που η Κ.Λ. ήταν κρετινοανίκανη). Στην πρώτη οσμή της αποτυχίας έστηνε δικαστήρια τοποθετώντας το χοντρό της κώλο στη θέση του εισαγγελέα. Τότε, με ζαρωμένα μάτια τυφλοπόντικα πίσω από τα χοντρά γυαλιά της γριάς παρθένας που φόραγε κοιτούσε δεξιά-αριστερά διαλέγοντας τον επόμενο βαρυποινίτη.
Η Κ.Λ. με φοβόταν και μου γέμιζε το μονοπάτι δόκανα. Από τις πρώτες μέρες γυρνούσε στην εταιρία λέγοντας για μένα:

«Ο Π. είναι μυστήριο φρούτο. Δεν τον καταλαβαίνω.»

Η Κ.Λ. δε μου ζητούσε ποτέ να κάνω κάτι, παρόλο που ήταν από πάνω μου στην αμείλικτα απότομη σκάλα της ιεραρχίας. Έστελνε τον καμαριέρη της, το Ν.Μ., έναν θηλυπρεπή ευνούχο με ψιλή, σιγανή φωνούλα, μαλλί Τεν-Τεν, σαγόνι με κωλότρυπα σαν του Τραβόλτα, χείλια λεπτά σα σχισμή γραμματοκιβωτίου και κορμί με γυναικείες καμπύλες. «Η Κ.Λ. μου είπε να σου πω...» αρχινούσε ο λειψάρχιδος Ν.Μ. Με κάθε λέξη κατέβαζε το volume και απέστρεφε τα μάτια νευρικά. Σπάνια του απαντούσα αλλά λάτρευα να τον κοιτάω στα μάτια. Τα κυνηγούσα τα μάτια του και όπου τα πετύχαινα τα μάτωνα.
Μια μέρα αποφάσισα ότι τη βαρέθηκα τη Κ.Λ. Μπήκα στο γραφείο της και της είπα ότι φεύγω. Ανακουφίστηκε.
Από τη μέρα εκείνη κάθομαι. Λάθος , ζω. Αλλά είμαι ήδη four times loser. Πέμπτη αφεντικίνα δε χρειάζομαι.

A good night for mothing.

Σε καθε χώρα υπάρχουν άνθρωποι που βλεπουν τη δουλειά τους μέσα από ένα αλλόκοτο φίλτρο: θέλουν να κάνουν αυτό που καταλαβαίνει για σωστό η γκλάβα τους, αγνοώντας τις συνέπειες. Διαλέγουν το τεθλασμένο -και συνήθως λιγότερο δημοφιλές- μονοπάτι ξέροντας πως τελικά θα το περπατήσουν μόνοι και ξυπόλητοι.

Σε κάθε χώρα υπάρχει μια στεγνή φούχτα ανθρώπων που παραμένει κλειστή. Μόλις πρόσθεσα τον εαυτό μου σε αυτήν την φούχτα με τα φευγάτα μπαχάρια.